5ο μέρος των Παραμυθιών και δημιουργιών των μαθητών του 9ου Δημοτικού Σχολείου της πόλης μας.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός άνθρωπος που μια φορά είχε γνωρίσει την γυναίκα του βασιλιά και την ερωτεύτηκε, έτσι είπε: Αύριο θα πάω να μιλήσω στον βασιλιά. Πήγε λοιπόν με το πρώτο χάραμα του ηλίου στον βασιλιά και του είπε: Βασιλιά μου γνώρισα την γυναίκα σου είναι πολύ όμορφη. Έτσι του απάντησε ο βασιλιάς: Άμα θέλεις την γυναίκα μου πρέπει να μου φέρεις την καρδιά από ένα λευκό ελάφι. Του είπε. Έτσι πήγε ο φτωχός για να βρει ένα λευκό ελάφι, πέρασαν 10 μέρες και 10 νύχτες και δεν μπορούσε να το βρει. Κάποια στιγμή άκουσε μία φωνή να του λέει: Μην ακούς τον βασιλιά θα σε σκοτώσει!
Ήταν η γυναίκα του βασιλιά τον πήρε από το χέρι και τον πήρε μαζί της. Μετά ο φτωχός ξύπνησε και κατάλαβε ότι όλα αυτά ήταν ένα όνειρο και στενοχωρήθηκε πολύ.

-Αδαχτυλίδου Μαριάνθη
Τα μπισκότα της αγάπης

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που την έλεγαν Μαρία, είχε έναν πολύ ευγενικό παππού. Κάθε μέρα όταν πήγαινε στον παππού της καθόταν στο παράθυρο και κοιτούσε τα δάση και τα πολύχρωμα λουλούδια του.
Μια μέρα η Μαρία με τον παππού της (τα Χριστούγεννα) έφτιαξαν μπισκότα σε σχήμα καρδιά γιατί ήταν πολύ αγαπητοί.
Τα μπισκότα τα έδωσαν στην εκκλησία, για τα φτωχά παιδιά.
Μια μέρα η εκκλησία τους έκανε ένα δώρο, τους έδωσε ρούχα (τέλεια) για αυτό που έκαναν.

-Αλχάντα Λιν
Η αγέλαστη πολιτεία
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσαν άνθρωποι αγέλαστοι, τα παιδιά δεν έπαιζαν στις πλατείες ούτε γελούσαν, γιατί τους φώναζαν οι μεγάλοι και τα παιδιά στεναχωριόντουσαν πάρα πολύ ακόμα και η μαμά τους και ο μπαμπάς τους άφηναν να παίζουν τα παιδιά ξανά βγήκα στις πλατείες αλλά δεν έβγαζαν καθόλου θόρυβο ένας τους έβλεπε στις πλατείες και κατέβαινε και τους φώναζε πολύ αυτός ο κύριος φωνάζει χωρίς να κάνουν κάτι είναι πολύ κακός αυτός ο κύριος τα παιδιά γυρίζοντας σπίτι κλαίγοντας η μαμά του στενοχωριόταν επειδή φώναζε χωρίς λόγο κι έτσι περνάγανε εκεί κάθε μέρα.
Αυτή ήτανε η ζωή τους. Μια μέρα εκεί που καθόντουσαν ένα αστέρι έπεσε από τον ουρανό και ήρθε και στάθηκε μπροστά τους, το φως του φώτιζε το σκοτεινό δωμάτιο και τις καρδιές τους.
Σας παρακολουθώ συνέχεια ,και στενοχωριέμαι τιέχετε πάθει;
Δεν υπάρχει κέφι, δεν υπάρχει χαρά, χάθηκε το γέλιο, όλοι μας φωνάζουν όλοι μας μαλώνουν. Αλλά στο τέλος δε ξανά έγιναν προβλήματα ήταν χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, γελάγανε παίζανε οι μεγάλοι δεν μαλώνουν τώρα τα παιδιά είναι πολύ χαρούμενοι ο κύριος άρχισε να αγαπάει τα παιδιά. Τώρα ο κύριος όποιον βλέπει στην πλατεία πηγαίνει του μιλάει ωραία γελούσε μαζί του.
Όλοι έγιναν χαρούμενοι.
-Αλουάντε Νουρ












