Νέος εκλογικός νόμος στην Αυτοδιοίκηση… Ο ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ, ΤΕΛΙΚΩΣ, ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ

Νέος εκλογικός νόμος στην Αυτοδιοίκηση
Ο ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ, ΤΕΛΙΚΩΣ, ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ

Γράφει ο Θοδωρής Ψαλιδόπουλος
Οι επικείμενες μεταβολές στον τρόπο εκλογής των δημοτικών και περιφερειακών αρχών αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των αλλαγών, τις οποίες η Κυβέρνηση της ΝΔ έχει αρχίσει να επιφέρει στη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από την αρχή της θητείας της. Όσοι επικεντρώνουν την προσοχή και τις διαμαρτυρίες τους στην κατάργηση της απλής αναλογικής και την καθιέρωση ορίου 3% για την είσοδο στο Δημοτικό Συμβούλιο είτε δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τη συνολική εικόνα, είτε απλώς ανησυχούν για την ατομική τους τύχη στις επόμενες εκλογές.
Η Κυβέρνηση εξεδήλωσε την επιθετικότητά της εναντίον της απλής αναλογικής με την κατάργηση όλων των διατάξεων του Προγράμματος «Κλεισθένης», οι οποίες ενίσχυαν την αντιπροσωπευτικότητα των αυτοδιοικητικών οργάνων. Επιπλέον, κατήργησε και αποφασιστικέςαρμοδιότητες των Δημοτικών Συμβουλίων, προς όφελος κυρίως της Οικονομικής Επιτροπής, προσδίδοντας νομική βάση στην εξωφρενική πεποίθησή της ότι κανένα δημοτικό όργανο δεν μπορεί να διαφωνεί με τον Δήμαρχο και ουδείς συσχετισμός δυνάμεων, ο οποίος καταγράφεται στις εκλογές, επιτρέπεται να επηρεάζει την εφαρμογή της πολιτικής του. Κυβερνησιμότητα κατά το κυβερνών κόμμα είναι η επιβλητική κυριαρχία του πρωτεύσαντος. Εάν το αποτέλεσμα των εκλογών του 2019 δεν ήταν τόσο ευνοϊκό γι’ αυτήν, η Κυβέρνηση θα είχε ίσως νομοθετήσει με μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση.
Οργανώνοντας την εκ νέου επικράτησή της στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, η ΝΔ υποβαθμίζει περαιτέρω τη σημασία των εκλογών προνοώντας ότι ποσοστό 43% στον πρώτο γύρο είναι επαρκές για την ανάδειξη του παντοδύναμου Δημάρχου, ύστερα και από μια πρωτοφανώς μακρά προεκλογική περίοδο. Ο σχηματισμός εκλογικής πλειοψηφίας τής είναι περιττός. Η οπισθοδρόμηση μπορεί να συγκριθεί ίσως μόνο με τις κοινοβουλευτικές εκτροπές του 1935, 1936 και 1967. Ούτε ο Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας του 1951, συντεταγμένος υπό την επίβλεψη της αμερικανικής αποστολής στην Ελλάδα του εμφυλίου πολέμου, περιέκλειε τέτοια υποτίμηση της λαϊκής ετυμηγορίας.
Ορισμένοι φίλοι μας -κυρίως από το ΚΙΝ.ΑΛ.– πιστεύουν ότι η αντιδημοκρατική στροφή αποτελεί αντίδραση στην καθιέρωση της απλής αναλογικής από την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Το πραγματικό γεγονός είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, προτάσσοντας τον εκδημοκρατισμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δεν ενήργησε στον πυρήνα του προβλήματος, δηλαδή στο γεγονός ότι η θέση του θεσμού στο πολίτευμα είναι κατά το Σύνταγμα δοτή. Δεν διευρύνεται και δεν συρρικνώνεται με ιδεολογικούς, αλλά με τους όρουςτων εκάστοτε οικονομικών και πολιτικών συνθηκών.Εξάλλου, το πολιτικό σύστημα απασχολούσε τότε η απομάκρυνση του ΣΥΡΙΖΑ από τη διακυβέρνηση. Δεν ενδιαφερόταν για τη συνταγματική θέση της Αυτοδιοίκησης, ενώ και τώρα η πλειοψηφία των αιρετών εξακολουθεί να συσπειρώνεται κυρίως γύρω από θεσμικές διευκολύνσεις της δράσης τους.
Γιατί επείγεται η ΝΔ να ψηφίσει τις αλλαγές του εκλογικού νόμου εν μέσω πανδημίας, δύο χρόνια πριν από τις δημοτικές εκλογές; Διότι, επείγεται να επέμβει στη φυσιογνωμία της Αυτοδιοίκησης. Επιδιώκει να τη μετατρέψει σε διοικητικό μηχανισμό προοριζόμενο για την υποστήριξη της απελευθερωμένης από κοινωνικές υποχρεώσειςδράσης του κεφαλαίου. Τη χρειάζεται για τη μόχλευση του κεφαλαίου, η οποία θα τερματίσει το σημερινό δαπανηρό αναδιανεμητικό της ρόλο. Γι’ αυτό η Κυβέρνηση σκέπτεται την (αντισυνταγματική) μεταβίβαση του ΕΝΦΙΑ στους Δήμους, γι’ αυτό απαλλάσσει τις διαδικασίες προμηθειών από χρονοβόρες εγγυήσεις διαφάνειας.
Βεβαίως, ένας εκλογικός νόμος δεν επιτυγχάνει πάντοτε τους στόχους του. Η ΝΔ μπορεί να ηττηθεί στις επόμενες εκλογές παρά τους σχεδιασμούς της. Στη σύμπραξη ενός σύγχρονου προοδευτικού και δημοκρατικού μετώπου βρίσκεται η δική μας απάντηση. Αλλά, πρέπει να τη δώσουμε όλοι μαζί. Ενθυμούμενοι και ότι ο Μακιαβέλι, τελικώς, δεν τα κατάφερε.











