Η ιστορία της χριστουγεννιάτικης κάρτας

0
1188

Όσο πλησιάζουν οι γιορτές, τόσο οι ευχές θα πρωταγωνιστούν στην καθημερινή μας επικοινωνία παντοιοτρόπως. Μια από τις δημοφιλέστερες γιορταστικές συνήθειες, είναι και η γραπτή διακίνηση των ευχών μας. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, εκατομμύρια κάρτες αποστέλλονται, για να εκφράσουν γραπτώς την ελπίδα και την προσμονή για το μέλλον και τα καλά, που θα έρθουν. Η προϊστορία της χριστουγεννιάτικης κάρτας ξεκινά από τον Μεσαίωνα ακόμα, τότε, που καθιερώνεται στην καλή κοινωνία το έθιμο της αποστολής δώρων. Ήταν πολύ της μόδας, να στολίζονται τα αριστοκρατικά σαλόνια με ξυλόγλυπτες θρησκευτικές παραστάσεις που έφερναν μαζί τους οι καλεσμένοι στο εορταστικό δείπνο, ενώ όσοι βρίσκονταν σε άλλες πόλεις, έστελναν εγκαίρως τα ξυλόγλυπτα έργα, που με περίτεχνες παραστάσεις  υπέβαλαν τις ευχές τους για τύχη και υγεία στην οικογένεια του παραλήπτη.

Η πρώτη καταγεγραμμένη εμπορική χριστουγεννιάτικη κάρτα εμφανίστηκε στη Βικτωριανή Αγγλία. Σχεδιάστηκε τo 1843 από τον καλλιτέχνη John Callcott Horsley κατόπιν παραγγελίας του φίλου του Sir Henry Cole. Ο Cole,καθότι πολυάσχολος, δεν είχε χρόνο να γράψει ευχητήριες επιστολές σε φίλους και συγγενείς και ζήτησε τη βοήθεια του Horsley.  Έτσι γεννήθηκε η πρώτη κάρτα και μαζί της μια νέα βιομηχανία. Στη συνέχεια ο Joseph Cundall, εκδότης εικονογραφημένων ιστοριών για παιδιά, εξέδωσε 1.000 αντίγραφα της κάρτας, τα οποία πουλήθηκαν σχεδόν όλα προς ένα σελίνι το καθένα, για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ένα από τα αντίτυπά της, αυτό που έστειλε ο Cole στη γιαγιά του το1843, πουλήθηκε το 2001 προς 22.500 λίρες κατακτώντας τον τίτλο της πιο ακριβοπληρωμένης κάρτας στον κόσμο.

Με γιρλάντες, φιλανθρωπία και οικογενειακή ευτυχία, η κάρταπου φιλοτέχνησε ο Horsley είχε το μέγεθος μιας συνηθισμένης ταχυδρομικής κάρτας, έφερε το δημοφιλές ευχετήριο μήνυμα που διατηρείται μέχρι και σήμερα (Χαρούμενα Χριστούγεννα και ευτυχές το νέο έτος) και αντικατόπτριζε τα ήθη της εποχής. Οι γιρλάντες από κισσό που ζωγράφισε δημιουργούσαν ένα ρομαντικό πλαίσιο και τα σχέδιά της αναπαριστούσαν φιλανθρωπικές πράξεις (ένδυσης και σίτισης φτωχών και πεινασμένων). Το κεντρικό θέμα έδειχνε μια χαρούμενη οικογενειακή συγκέντρωση, όπου τα μέλη της έκαναν μια πρόποση για τα Χριστούγεννα. Σε αυτή την πρώτη κάρτα ήταν εμφανή και τα δυο βασικά στοιχεία των Βικτωριανών Χριστουγέννων, δηλαδή οι αγαθές πράξεις και ο συνδυασμός καλού φαγητού και ποτού. Σκανδάλισε, μάλιστα τα ήθη της εποχής, το μικρό παιδί, που εικονίζεται στην οικογενειακή συγκέντρωση, να κρατά ποτήρι με κρασί. Αυτό ήταν ! Η χριστουγεννιάτικη κάρτα ήταν πια γεγονός και θα γίνει απαραίτητη συνήθεια τις ημέρες των γιορτών, μάλιστα ανήκει στα έθιμα της προετοιμασίας τους. Με άνθη, πουλιά και ξωτικά,οι αγγλικές χριστουγεννιάτικες κάρτες που ακολούθησαν (τυπωμένες με τη μέθοδο της χρωμολιθογραφίας) είχαν ρομαντικό ύφος και περίτεχνες ανάγλυφες χρωματιστές μπορντούρες. Απεικόνιζαν συνήθως άνθη ή πουλιά επάνω στα κλαδιά, χαρούμενα παιδιά με παιχνίδια και λουλούδια στα χέρια, λιλιπούτειες νεράιδες και ξωτικά και γενικά εικόνες φύσης, παιχνιδιού και χαράς. Η βασίλισσα Βικτωρία έβαζε καλλιτέχνες να φιλοτεχνούν κάρτες με πορτρέτα της βασιλικής οικογένειας, προκειμένου να σταλούν σε συγκεκριμένα άτομα.

Το 1875 η βιομηχανία της χριστουγεννιάτικης κάρτας πέρασε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και οι Αμερικανοί άρχισαν να τυπώνουν τις πρώτες τους κάρτες για τα Χριστούγεννα σε πιο φθηνές εκδόσεις έχοντας ως θέμα λουλούδια και πουλιά και προσθέτοντας στη συνέχεια χιονισμένα τοπία, τζάκια και παιδιά να παίζουν. Ο Λευκός Οίκος ενέταξε το 1953 τις γιορτινές κάρτες στο εθιμοτυπικό του με σκηνές από τον ίδιο τον Λευκό Οίκο.

Ακολούθησαν η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και όλες οι χώρες της Ευρώπης, από αυτές τις τελευταίες η Δανία θεωρείται η πιο φημισμένη στις πωλήσεις καρτών. Και αυτό γιατί, διακινεί κάθε χρόνο 50.000.000 κάρτες περίπου.

Στην Ελλάδα οι χριστουγεννιάτικες και πρωτοχρονιάτικες κάρτες παρουσιάστηκαν στα τέλη του 19ου. Αιώνα. Οι Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ, στον Καναδά και στην Αυστραλία είναι αυτοί που κυρίως αντήλλασσαν με τους δικούς τους, στην πατρίδα, τις πρώτες ευχετήριες κάρτες. Το ίδιο άρχισε να συμβαίνει, σε αυξημένο μάλιστα βαθμό, και με τους Έλληνες του εσωτερικού και κυρίως, μετά την εσωτερική μετανάστευση από το χωριό στην πόλη. Σε παλιότερες εποχές στα ελληνικά σπίτια, οι κάρτες, που λάμβανε η οικογένεια έβρισκαν τη θέση τους κοντά στο χριστουγεννιάτικο δένδρο ή είχαν ρόλο στο γενικότερο διάκοσμο του σπιτιού.

Στα χρόνια του μεσοπολέμου, η βιομηχανικά αναπτυγμένη Δύση, χρησιμοποιεί ως θέματα χιονισμένες εκκλησιές, παραμυθένια χωριουδάκια, κομψές όμορφες κυρίες με γούνινα παλτό, καλοντυμένα ζευγάρια να κάνουν περίπατο μέσα στα χιόνια και να στροβιλίζονται, κάνοντας πατινάζ. Στην Ευρώπη, την περίοδο ανάμεσα στους δύο Μεγάλους Πολέμους με το οικονομικό κραχ και την εποχή που αναδυόταν ο φασισμός και ο ναζισμός, όλα φαίνονται τόσο ονειρικά και παραμυθένια στις χριστουγεννιάτικες-πρωτοχρονιάτικες κάρτες. Φυσικά, δεν ήταν έτσι στην πραγματικότητα ή μάλλον η πραγματικότητα ήταν έτσι μόνο για κάποιους. Όμως, ποιος νοιάζεται για την πραγματικότητα, τις ημέρες των Χριστουγέννων και τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς;  Όλοι θέλουν να ζήσουν την μαγεία των εορτών. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μέχρι σήμερα οι χριστουγεννιάτικες κάρτες εκτυπώνονται από εκδοτικές εταιρείες, φιλανθρωπικά ιδρύματα, θρησκευτικά σωματεία, επιχειρήσεις κ.λπ. Πρώτη στον χορό των εορταστικών καρτών για ενίσχυσητου φιλανθρωπικού της έργου μπήκε η Unicef. Η πρώτη χριστουγεννιάτικη κάρτα της σχεδιάστηκε το 1949 από μια 7χρονη Τσεχοσλοβάκα.

Οι σημερινές κάρτες είναι πια προϊόντα της εμπορευματικής οικονομίας, παρέχουν όμως την δυνατότητα εργασίας σε χαράκτες, καλλιτέχνες, τυπογράφους και εμπόρους. Στις μέρες μας, είναι γεγονός η αποστολή πολλών μηνυμάτων από κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο  ή μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παρ’ όλα αυτά  η ανταλλαγή Χριστουγεννιάτικων και Πρωτοχρονιάτικων καρτών, εξακολουθεί να είναι μια δημοφιλέστατη παγκόσμια συνήθεια.

Πηγές : Νεωτερική ελληνική λαογραφία, Kalanta.gr, Poiostigiati.gr

Για τον Πολιτιστικό Σύλλογο Πέζο:

Γεωργίου Στέλλα

Επιμέλεια: Ντάβαρης Παναγιώτης

Comments are closed.